Το παιδί κλαίει. Το όριο μένει.
- Ευτυχία Βαρσαμή

- 16 Ιουν
- διαβάστηκε 3 λεπτά

Το να παρακαλάω ένα παιδί να ακούσει το όριο, συχνά με κάνει να ξεχνώ κάτι πολύ σημαντικό: ποιανού είναι τελικά η ευθύνη να τηρηθεί αυτό το όριο;
Το όριο είναι ευθύνη του γονέα. Δεν είναι ευθύνη του παιδιού να έχει πάντα την ωριμότητα, την αυτορρύθμιση ή τη συναισθηματική ετοιμότητα να το τηρήσει. Το παιδί μπορεί να δυσκολευτεί, να θυμώσει, να διαμαρτυρηθεί, να κλάψει ή να αντισταθεί. Εγώ, όμως, είμαι εκείνη που έχει την ευθύνη να το θέσει και να το υποστηρίξει.
Γι’ αυτό και η φράση «Δεν μπορώ να σε αφήσω να το κάνεις» δεν είναι τυχαία. Μεταφέρει την ευθύνη εκεί που πραγματικά ανήκει. Δεν λέω απλώς στο παιδί τι πρέπει να κάνει. Αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη να προστατεύσω, να καθοδηγήσω και να κρατήσω το όριο που έχω θέσει.
Πόσες φορές λέμε: «Σε παρακαλώ, πάμε να φύγουμε» ή «Άλλη μία φορά και τέλος»; Και μετά έρχεται άλλη μία φορά. Και άλλη μία. Και άλλη μία. Χωρίς να το καταλάβουμε, το όριο έχει πάψει να είναι όριο και έχει γίνει διαπραγμάτευση.
Όταν το όριο μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση χωρίς τέλος, το παιδί δεν μαθαίνει να σέβεται τα όρια. Μαθαίνει ότι τα όρια είναι αβέβαια, ότι μετακινούνται ανάλογα με την επιμονή, την ένταση ή την κούραση του ενήλικα. Η οριοθέτηση, όμως, δεν είναι ζήτημα αυστηρότητας. Είναι ζήτημα ευθύνης. Με καλοσύνη, με σεβασμό στην ψυχή του παιδιού, με κατανόηση για τη δυσκολία του, αλλά και με σταθερότητα.
Αν είναι ώρα να φύγουμε, φεύγουμε. Αν κάτι είναι επικίνδυνο, το σταματώ. Αν ένα όριο υπάρχει για λόγους ασφάλειας, υγείας ή προστασίας, δεν το εγκαταλείπω επειδή το παιδί δυσκολεύεται να το αποδεχτεί. Και ναι, μπορεί να έρθουν κλάματα. Μπορεί να έρθει θυμός. Μπορεί να έρθουν εκρήξεις.
Η δουλειά μου δεν είναι να εξαφανίσω αυτά τα συναισθήματα. Η δουλειά μου είναι να τα αντέξω, να μείνω δίπλα στο παιδί μου όταν απογοητεύεται, να το βοηθήσω να περάσει μέσα από τον θυμό του και να του δείξω ότι όλα τα συναισθήματα χωρούν στη σχέση μας. Αλλά το όριο παραμένει.
Γιατί τα παιδιά δεν χρειάζονται γονείς που παρακαλούν να ακουστούν. Χρειάζονται γονείς που αναλαμβάνουν με αγάπη την ευθύνη που τους αναλογεί. Και πολλές φορές, η μεγαλύτερη πράξη φροντίδας δεν είναι να πείσουμε το παιδί να συμφωνήσει με το όριο. Είναι να το κρατήσουμε σταθερά, ενώ ταυτόχρονα κρατάμε και το παιδί.
Η αναπτυξιακή ψυχολόγος Diana Baumrind περιέγραψε τη δημοκρατική γονεϊκότητα ως την ισορροπία ανάμεσα στην υψηλή αγάπη και την υψηλή οριοθέτηση. Όταν δεν αντέχω τα κλάματα του παιδιού και αποσύρω το όριο, δεν λειτουργώ δημοκρατικά. Μετακινούμαι προς την επιτρεπτικότητα. Όταν επιβάλλω το όριο χωρίς να βλέπω το συναίσθημά του, μετακινούμαι προς τον αυταρχισμό. Η δημοκρατική γονεϊκότητα βρίσκεται στη δύσκολη ισορροπία: να κρατώ το όριο και ταυτόχρονα να κρατώ και το παιδί.
Η αγάπη χωρίς όρια γίνεται επιτρεπτικότητα. Τα όρια χωρίς αγάπη γίνονται αυταρχισμός. Τα παιδιά ανθίζουν εκεί όπου συνυπάρχουν και τα δύο.
Και εδώ χρειάζεται να θυμόμαστε κάτι ακόμη. Η πειθαρχία δεν στέκεται μόνη της. Πατά πάνω στη σχέση. Ένα παιδί μπορεί να αντέξει την απογοήτευση ενός ορίου πολύ πιο εύκολα όταν έχει περάσει τη μέρα του μέσα σε μια σχέση γεμάτη σύνδεση, αποδοχή και σεβασμό. Όταν έχει ακούσει πολλά «ναι» πριν ακούσει το απαραίτητο «όχι». Όταν έχει βρει χώρο να εκφράσει τη γνώμη του, να πάρει πρωτοβουλίες, να δοκιμάσει, να κάνει λάθη, να νιώσει ικανό και σημαντικό.
Όταν γεμίζουμε καθημερινά το δοχείο της αγάπης, της σύνδεσης και του σεβασμού, τότε μπορούμε να κρατήσουμε και την πειθαρχία ψηλά. Τότε το όριο δεν βιώνεται ως απόρριψη, ούτε ως δύναμη απέναντι στη δύναμη. Βιώνεται ως φροντίδα. Μπορώ να είμαι σταθερή χωρίς να γίνω σκληρή. Μπορώ να είμαι αυστηρή χωρίς να γίνω αυταρχική. Μπορώ να πω «όχι» χωρίς να αποσύρω την αγάπη μου.
Γιατί το παιδί γνωρίζει ήδη, μέσα από εκατοντάδες μικρές καθημερινές στιγμές, ότι το βλέπω, το ακούω και το σέβομαι. Έτσι, όταν έρχεται η στιγμή του ορίου, δεν χρειάζεται να διαλέξω ανάμεσα στην αγάπη και την πειθαρχία. Η δημοκρατική γονεϊκότητα μου ζητά να κρατήσω και τα δύο.
Να τηρήσω το όριο με σταθερότητα, αλλά και με βαθύ σεβασμό προς την ψυχή και το σώμα του παιδιού. Να είμαι το ασφαλές χέρι που βάζει το όριο, αλλά και η ασφαλής αγκαλιά που θα χωρέσει την απογοήτευση που αυτό φέρνει
.Γιατί τελικά τα παιδιά δεν χρειάζονται λιγότερα όρια. Χρειάζονται όρια που γεννιούνται μέσα από τη σχέση. Όρια που δεν πληγώνουν την αξιοπρέπειά τους, αλλά προστατεύουν την ανάπτυξή τους.
«Σε αγαπώ πολύ για να σε αφήσω να κάνεις ό,τι θέλεις και σε σέβομαι πολύ για να σου επιβληθώ χωρίς να σε ακούσω.»
Ευτυχία Βαρσαμή
Ψυχοπαιδαγωγός, MSc Εφαρμοσμένης Αναπτυξιακής Ψυχολογίας


